Της Ελευθερίας Στρατομήτρου
Η 19η Μαΐου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο· είναι μια ημέρα βαθιάς εθνικής θλίψης, τιμής και μνήμης. Συμπληρώνονται φέτος 107 χρόνια από τη μαύρη επέτειο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ένα οργανωμένο έγκλημα που οδήγησε στον ξεριζωμό και τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, αφήνοντας μια ανοιχτή πληγή στην ιστορία του ελληνισμού.
Το χρονικό της τραγωδίας
Η συστηματική εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού ξεκίνησε ουσιαστικά το 1914, αλλά κορυφώθηκε στις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα.
Με το πρόσχημα της «τήρησης της τάξης», εξαπολύθηκε ένα άγριο κύμα διώξεων, σφαγών, εκτοπισμών και λεηλασιών. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν απάνθρωπες:
Τα «Τάγματα Εργασίας» (Αμελέ Ταμπουρού): Καταναγκαστικά έργα στα βάθη της Ανατολίας, όπου χιλιάδες άνδρες πέθαναν από την πείνα, το κρύο και τις κακουχίες.
Οι «Λευκές Πορείες»: Εξαντλητικές πεζοπορίες γυναικόπαιδων στην έρημο, χωρίς τροφή και νερό, με μοναδικό στόχο τον σταδιακό θάνατό τους.
Η καταστροφή των εστιών: Πυρπολήσεις χωριών, εκκλησιών και σχολείων που έσβησαν από τον χάρτη ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες.
Ο τραγικός απολογισμός
Οι αριθμοί συγκλονίζουν. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, περισσότεροι από 353.000 Έλληνες του Πόντου έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αυτών των ετών. Όσοι κατάφεραν να γλυτώσουν, πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, αφήνοντας πίσω τους πατρίδες αιώνων, για να ξεκινήσουν από το μηδέν στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη του κόσμου, κουβαλώντας όμως πάντα ζωντανή την παράδοση, τη γλώσσα και τα έθιμά τους.
Ο αγώνας για τη Διεθνή Αναγνώριση
Το 1994, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο». Έκτοτε, το μεγάλο στοίχημα παραμένει η διεθνής αναγνώριση. Αν και αρκετά κράτη, διεθνείς οργανισμοί και ακαδημαϊκοί φορείς έχουν αναγνωρίσει επίσημα το έγκλημα, ο αγώνας για την καθολική δικαίωση συνεχίζεται, με σύνθημα ότι η λήθη φέρνει την επανάληψη.
Η μνήμη των 353.000 ψυχών παραμένει ζωντανή μέσα από τα τραγούδια, τους χορούς, τα κείμενα και τη φωνή των απογόνων τους. Όπως λέει και ο σοφός ποντιακός στίχος: «Η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».








