Η συγγραφέας Χριστίνα Παπαλουκά σε παρουσίαση βιβλίου της.

Της Ελευθερίας Στρατομήτρου

Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση, η Χριστίνα Παπαλουκά αποκαλύπτει πώς η παρατήρηση του κόσμου μετατρέπεται σε παραμύθι και πώς τα βιβλία γίνονται ένα ασφαλές καταφύγιο αποδοχής. Η ίδια, μέσα από τον διπλό της ρόλο ως δημιουργός αλλά και μητέρα δύο παιδιών, μιλά για τους ήρωες που αρνούνται να «μικρύνουν» για να χωρέσουν στα κοινωνικά στερεότυπα, εξηγεί γιατί οι χαρακτήρες της δεν πεθαίνουν ποτέ μετά την τελευταία σελίδα και πώς οι επισκέψεις στα σχολεία τροφοδοτούν σταθερά την έμπνευσή της.

Πότε και πώς συνειδητοποιήσατε ότι η συγγραφή δεν είναι απλώς ένα χόμπι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θέλετε να εκφράζεστε και να επικοινωνείτε με τον κόσμο;

Πότε το συνειδητοποίησα; Χμ! Όταν κατάλαβα πως, τελικά, δεν επέλεξα εγώ τη συγγραφή, η συγγραφή επέλεξε εμένα.

Έγινε το κανάλι μέσα από το οποίο μπορώ να μοιράζομαι με τον κόσμο σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα. Πάντα πίστευα και πιστεύω πως ο άνθρωπος έχει απεριόριστες δυνατότητες, αρκεί να βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον, να πάρει τα σωστά ερεθίσματα και, κυρίως, να νιώσει αγάπη και αποδοχή.

Ίσως γι’ αυτό και στη δική μου περίπτωση η συγγραφή για παιδιά έχει έναν ακόμη, βαθύτερο στόχο: να δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου. Έναν χώρο όπου το παιδί μπορεί να βρει γαλήνη, να αναγνωρίσει τον εαυτό του, να προβληματιστεί και να βρει πρόσφορο έδαφος για να εξελιχθεί.

Τα παιδικά βιβλία της Χριστίνας Παπαλουκά.

Τα βιβλία σας κινούνται ανάμεσα στο μυστήριο, το κοινωνικό δράμα και το φανταστικό (όπως «Το πορτρέτο» και «Με τα φτερά σου»). Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε αυτά τα είδη και ποιες θεματικές επανέρχονται συχνά στη γραφή σας;

Μου αρέσει πολύ η παρατήρησή σας. Για μένα αυτό σημαίνει πως τα βιβλία μου μιμούνται, με έναν τρόπο, την πραγματική ζωή. Η ζωή είναι ένα μυστήριο, γλυκιά αλλά και ανεξιχνίαστη πολλές φορές. Είναι γεμάτη δράματα, ίσως για αρκετά από αυτά να ευθύνεται η κοινωνία και τα στερεότυπά της. Και σίγουρα χρειάζεται φαντασία για να μπορέσεις όχι μόνο να ανταπεξέλθεις, αλλά και να την απολαύσεις.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από κάποιο μυστήριο, ένας ήρωας γεννιέται και δεν ξέρω ποτέ από την αρχή πώς θα εξελιχθεί. Εκείνος θα πιάσει το νήμα της ιστορίας στην οποία τον όρισα πρωταγωνιστή και, με τη δική του αλήθεια, θα με οδηγήσει στα μονοπάτια που αποφασίζει να ακολουθήσει.

Αν έπρεπε να συνοψίσω τι είναι αυτό που επανέρχεται στη γραφή μου, θα έλεγα πως είναι το δικαίωμα και η ανάγκη του καθενός να είναι εκατό τοις εκατό ο εαυτός του. Να μη χρειάζεται να αλλάξει, να μικρύνει, να συρρικνωθεί για να «χωρέσει». Θέματα όπως η διαφορετικότητα, η φιλία και η αποδοχή εμφανίζονται συχνά στα βιβλία μου, γιατί πιστεύω πως μόνο όταν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να υπάρξει αληθινά, μπορεί πραγματικά να «λάμψει».

Πώς γεννιέται συνήθως μια ιστορία για εσάς; Ξεκινάτε από έναν κεντρικό χαρακτήρα, από μια εικόνα ή από μια ιδέα για την πλοκή;

Ποτέ δεν ξέρω πότε ή πώς θα γεννηθεί μια ιστορία. Ποτέ δεν ξέρω τι είναι αυτό που θα κινήσει τα γρανάζια της φαντασίας μου. Από παιδί, η αγαπημένη μου ασχολία ήταν να παρατηρώ τον κόσμο. Όπου κι αν βρισκόμουν, παρατηρούσα ακόμη και τις πιο μικρές, φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες: το τοπίο, τους ανθρώπους, τους ήχους, ακόμη και τα σύννεφα.

Ίσως τελικά να μην ξεκινώ από έναν χαρακτήρα, μια εικόνα ή μια συγκεκριμένη ιδέα για την πλοκή. Ξεκινώ από κάτι που θα μου κινήσει την περιέργεια. Κάτι που θα με κάνει να σταθώ λίγο περισσότερο, να αναρωτηθώ, να φανταστώ τι μπορεί να υπάρχει πίσω από αυτό που βλέπω.

Κάπως έτσι, μέσα από την παρατήρηση και με σύμμαχο τον ενθουσιασμό μου για κάθε τι καινούριο και διαφορετικό, αρχίζει να γεννιέται μια ιστορία.

Στα έργα σας οι πρωταγωνιστές έρχονται συχνά αντιμέτωποι με μυστικά, πεπρωμένα ή προσωπικά τραύματα. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς να «αποχωριστείτε» τους χαρακτήρες σας όταν ολοκληρώσετε ένα βιβλίο;

Α! Είναι πολύ απλό. Ποτέ δεν «αποχωρίζομαι» τους χαρακτήρες μου. Το βιβλίο στο οποίο πρωταγωνιστούν είναι απλώς ένα από τα μονοπάτια που διάλεξαν για να «περπατήσουν» και αυτό είναι το μονοπάτι που επέλεξα εγώ να αφηγηθώ. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι και το μοναδικό. Αν οι επιλογές του χαρακτήρα ήταν διαφορετικές, τότε θα είχαμε ένα πολύ διαφορετικό αφήγημα. Και, πιστέψτε με, όχι μόνο ένα.

Τη συγκεκριμένη οπτική είχα την ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσω και στις δράσεις φιλαναγνωσίας που οργανώσαμε με αγαπημένες δασκάλες του 5ου Δημοτικού Σχολείου Κορυδαλλού. Έχοντας στα χέρια μου το πρώτο μου βιβλίο, «Στου φωτός το παιχνίδισμα», γνωρίσαμε με τα παιδιά τον ήρωα, τον Λαμπρινό, το μικρό φωτεινό αστεράκι του βιβλίου. Χωρίς να γνωρίζουν την ιστορία και το ταξίδι που ο Λαμπρινός έκανε στη Γη, τα παιδιά κλήθηκαν να επιλέξουν τρεις σταθμούς που τα ίδια θα επέλεγαν για το δικό τους αστεράκι.

Με τη μοναδική τους φαντασία οδήγησαν τον Λαμπρινό σε πολλά και διαφορετικά μέρη και μαζί γράψαμε πολλές καινούριες ιστορίες για εκείνον. Ήταν για μένα μια όμορφη απόδειξη πως ένας χαρακτήρας μπορεί να συνεχίσει να ζει και πέρα από την ιστορία που αρχικά του έδωσε ο συγγραφέας.

Οπότε σας λέω με απόλυτη βεβαιότητα ότι ποτέ δεν αποχωρίζομαι τους χαρακτήρες μου. Ζουν, αναπνέουν και πολλές φορές με οδηγούν.

Φωτογραφία από την επίσκεψη της Χριστίνας Παπαλουκά σε δημοτικό σχολείο.

Πώς πήρατε την απόφαση να ξεκινήσετε αυτές τις επισκέψεις στα σχολεία και ποιος ήταν ο αρχικός σας στόχος όταν βρεθήκατε πρώτη φορά απέναντι στους μικρούς μαθητές;

Πριν καν οι σκέψεις μου βρουν τον τρόπο να φτάσουν στο χαρτί, ένα ήταν το μότο μου. Ένα μότο που γεννήθηκε πρώτα από την ιδιότητά μου ως μητέρας και μετά ως συγγραφέα:

«Παίρνω έμπνευση από τα παιδιά για να γράφω και γράφω με σκοπό να δώσω έμπνευση στα παιδιά».

Ως μητέρα, λοιπόν, δίδαξα πολλά στα παιδιά μου. Ξέρετε όμως πόσα διδάχθηκα εγώ από εκείνα; Πάρα πολλά. Και όλα αυτά ήθελα, με κάποιον τρόπο, να τα «επιστρέψω» στα παιδιά. Έτσι ξεκίνησαν οι επισκέψεις στα σχολεία. Ήθελα να τα γνωρίσω καλύτερα, να τα ακούσω, να αφουγκραστώ τους προβληματισμούς τους και να μοιραστώ κι εγώ, με τη σειρά μου, τους δικούς μου.

Πάνω από όλα, όμως, ήθελα να τα φέρω πιο κοντά στον κόσμο των βιβλίων. Να νιώσουν πως ένα βιβλίο μπορεί να γίνει ένα ασφαλές περιβάλλον για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο, να έρθουν αντιμέτωπα με δυσκολίες, ακόμη και με τέρατα, χωρίς να κινδυνεύσουν ούτε για μια στιγμή.

Τα παιδιά φημίζονται για την ειλικρίνεια και την αυθόρμητη φαντασία τους. Ποιες ερωτήσεις ή σχόλια από τους μαθητές σας έχουν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση ή σας έχουν εκπλήξει θετικά;

Αν αναφέρω κάποια, πιστεύω πως θα αδικήσω κάποια άλλα. Θα προτιμούσα να σας πω τη «γεύση» που μου άφησαν αυτές οι συναντήσεις και τι είναι αυτό που με κάνει να περιμένω πώς και πώς να ξαναμπώ σε μια σχολική αίθουσα.

Είναι αυτές οι τρυφερές ηλικίες που ακόμα σκέφτονται έξω από τα «κουτάκια». Που δεν έχουν ακόμη «φορέσει» τη μάσκα του καθωσπρεπισμού. Που δεν «φιλτράρουν» τα λόγια τους. Αυτές οι ηλικίες που κάθε τους ερώτηση, κάθε τους βλέμμα, κάθε τους σχόλιο είναι εμποτισμένο από την αμεσότητα και την ελευθερία της σκέψης τους.

Και κατά τη γνώμη μου; Κάθε τους σκέψη μπορεί να κάνει τον κόσμο μας καλύτερο.

Σελίδα βιβλίου της συγγραφέως Χριστίνας Παπαλουκά.

Σε μια εποχή που οι οθόνες κυριαρχούν στην καθημερινότητα των παιδιών, πώς βλέπετε την ανταπόκρισή τους στο φυσικό βιβλίο; Ποιο θεωρείτε ότι είναι το «κλειδί» για να αγαπήσει ένα παιδί το διάβασμα;

Θα σας πω κάτι που ανακάλυψα ως «αναγνώστης» και όχι ως συγγραφέας. Οι οθόνες είναι εντυπωσιακές, γρήγορες, άμεσες, ελκυστικές. Είναι ο «έρωτας με την πρώτη ματιά». Το βιβλίο όμως είναι η «μεγάλη αγάπη» που όλοι ψάχνουμε στη ζωή μας. Αυτή η αγάπη που, όταν τη βρεις, δεν θέλεις ποτέ να την αποχωριστείς.

Το «κλειδί»; Η εύκολη απάντηση, που ήρθε πρώτη στο μυαλό μου και η αλήθεια είναι πως λειτουργεί, είναι εμείς οι ενήλικες. Οι γονείς, οι σημαντικοί τρίτοι στη ζωή ενός παιδιού, να διαβάζουμε. Τα παιδιά είναι σχεδόν αναπόφευκτο πως θα μας μιμηθούν.

Όμως τελικά το «κλειδί», νομίζω πως κρύβεται πιο βαθιά. Στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Αν ένα παιδί μάθει να παρατηρεί, να προβληματίζεται, να αμφισβητεί, τότε αναπόφευκτα θα ψάξει απαντήσεις και στον χώρο της λογοτεχνίας.

Πόσο επηρεάζει η επαφή σας με τα παιδιά και τις νεότερες γενιές τον τρόπο που γράφετε;

Ο τρόπος που συνηθίζω να γράφω είναι ο τρόπος που μιλώ και ως μητέρα. Μια τρυφερή προσέγγιση της πραγματικότητας, αντιμετωπίζοντας όμως τα παιδιά ως ισότιμους ακροατές ή συνομιλητές.

Ο τρόπος, λοιπόν, δεν θα έλεγα πως επηρεάζεται. Επηρεάζεται όμως το περιεχόμενο. Έχει μεγάλη σημασία το τι έχουν ανάγκη τα παιδιά, ποια θέματα προκύπτουν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής και σε τι χρειάζονται μεγαλύτερη καθοδήγηση.

Αυτό, άλλωστε, είναι και το «ταξίδι» που θέλω να κάνω γράφοντας ένα βιβλίο. Τα παιδιά ορίζουν την «αφετηρία», εγώ «χαρτογραφώ» και μαζί ανακαλύπτουμε τον «προορισμό». Και κάπου σε αυτή τη διαδρομή θέλω το παιδί να έχει πρώτα απ’ όλα μια όμορφη ιστορία να διαβάσει και, ίσως χωρίς καν να το καταλάβει, να ανακαλύψει μέσα της κάτι που θα πάρει μαζί του.

Δείτε ακόμη: Πηνελόπη Φατούρου: «Στα ίχνη των στιγμών» – Από τις βραβεύσεις στην Κρήτη, στη θερμή αγκαλιά των κατοίκων στο Νικολή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *