Η Πηνελόπη Φατούρου, σκηνοθέτις του ντοκιμαντέρ, "Στα Ίχνη των Στιγμών"

Με αφορμή τις τρεις σημαντικές διακρίσεις της στο 13ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Ιεράπετρας, η σκηνοθέτις Πηνελόπη Φατούρου μιλά για το ντοκιμαντέρ της «Στα ίχνη των στιγμών» μια βαθιά συναισθηματική κατάδυση στις μνήμες και την ιστορία της Νοτιοδυτικής Λευκάδας του 1960. Η ταινία, που αποτελεί την πρώτη της σκηνοθετική προσπάθεια μεγάλου μήκους, ταξίδεψε πρόσφατα στον τόπο που τη γέννησε: στις 17 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η προβολή της στο χωριό Νικολή σε κλίμα ιδιαίτερης συγκίνησης, ενώ την επομένη, στις 18 Αυγούστου, οι κάτοικοι και οι επισκέπτες γιόρτασαν τη διατήρηση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς σε ένα παραδοσιακό νησιώτικο γλέντι. Σε μια ζεστή κουβέντα, η δημιουργός αποκαλύπτει τους προσωπικούς της δεσμούς με τον τόπο, τη διαδρομή της ταινίας στις αίθουσες και τη θερμή ανταπόκριση των ανθρώπων που αποτέλεσαν την έμπνευσή της.

Της Ελευθερίας Στρατομήτρου

Επέστρεψες από την Κρήτη έχοντας αποσπάσει τρία σημαντικά βραβεία. Ποια ήταν αυτά και πώς βίωσες αυτή τη διάκριση, ειδικά με δεδομένο ότι πρόκειται για την πρώτη σου σκηνοθετική προσπάθεια;  

​Κερδίσαμε το Πρώτο Βραβείο του Φεστιβάλ, την Εύφημο Μνεία της Κριτικής Επιτροπής του ελληνικού διαγωνιστικού τμήματος, καθώς και το Βραβείο Κοινού.  

​Ήταν μια εξαιρετικά τιμητική και απρόσμενη εξέλιξη για όλη την ομάδα και τους συντελεστές, καθώς οι συμμετοχές ήταν πάρα πολλές. Μετά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αυτή ήταν από τις πρώτες μας συμμετοχές σε φεστιβάλ. Το να φεύγεις με τρεις διακρίσεις για την πρώτη σου ταινία μεγάλου μήκους είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο – σου δίνει πραγματικά ώθηση και «φτερά» για το επόμενο βήμα.  

Πώς προέκυψε η συμμετοχή της ταινίας τόσο στο συγκεκριμένο φεστιβάλ όσο και σε εκείνο της Θεσσαλονίκης;  

​Έγινε μέσα από μια διαδικασία επιλογής φεστιβάλ – αρχικά των ελληνικών και στη συνέχεια ορισμένων διεθνών, καθώς οι επιλογές ανά τον κόσμο είναι πάρα πολλές. Υπέβαλα την αίτηση συμμετοχής και η προκριματική επιτροπή την επέλεξε.  

​Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι η ταινία έχει ήδη επιλεγεί και για το επερχόμενο Φεστιβάλ Χανίων, που θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο.  

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ και ποια είναι η προσωπική και συναισθηματική σου σύνδεση με τη Νότια Λευκάδα;  

​Η σύνδεσή μου με την περιοχή είναι βαθιά και συναισθηματική, καθώς η μητέρα μου κατάγεται από τα χωριά της νοτιοδυτικής Λευκάδας. Βλέποντας την ερήμωση αυτών των χωριών και το παλιό, εγκαταλελειμμένο σχολείο, γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να ξαναδώσω ζωή σε αυτόν τον χώρο – να μετατραπεί από έναν νεκρό τόπο σε σημείο συνάντησης και μνήμης, φιλοξενώντας φωτογραφίες των ντόπιων.

​Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το φωτογραφικό υλικό του Φριτς Μπέργκερ (του «Ρίκο») προέκυψε επί δημαρχίας του Παναγιώτη Σκληρού, ο οποίος επιμελήθηκε εκείνη την πρώτη έκδοση του βιβλίου και έφερε τις φωτογραφίες του Ρίκο στο προσκήνιο. Μέσα από αυτό το υλικό γνώρισα για πρώτη φορά τους προγόνους μου, τον παππού και την προγιαγιά μου, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν φωτογραφίες στα χωριά.

Πώς προέκυψε η προσωπική σου επαφή με τον ίδιο τον Φριτς Μπέργκερ και η πρόσβασή σου στο αρχειακό του υλικό;  

Νιώθοντας βαθιά ευγνωμοσύνη που μου δόθηκε η ευκαιρία να δω τις ρίζες μου, ευχόμουν πάντα να συναντήσω αυτόν τον άνθρωπο. Η γνωριμία μας έγινε τελικά στον Νικολή, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στο νησί.  

​Τότε, ως σπουδάστρια σκηνοθεσίας ακόμη, του εξέφρασα την επιθυμία μου να δημιουργήσω μια μικρή ταινία – αφιέρωμα ως ελάχιστη ανταπόδοση για την προσφορά του. Εκείνος, προς μεγάλη μου έκπληξη, μου πρότεινε από μόνος του να μου εμπιστευτεί το κινηματογραφικό του υλικό, ρωτώντας με αν θα ήθελα να το χρησιμοποιήσω. Αυτό ήταν μια τεράστια τιμή, αλλά παράλληλα και ευθύνη για το πώς θα το αξιοποιούσα. 

 

Ο φωτογράφος Fritz Berger σε νεαρή ηλικία, δημιουργός του οπτικού αρχείου για το ντοκιμαντέρ Στα ίχνη των στιγμών της Πηνελόπης Φατούρου.
Πορτρέτο του Φριτς Μπέργκερ (Fritz Berger).

Οι άνθρωποι στην επαρχία είναι συχνά επιφυλακτικοί. Πώς κατάφερες να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των κατοίκων ώστε να ανοιχτούν στην κάμερα;  

Βοήθησε πολύ το γεγονός ότι γνώριζαν την οικογένειά μου και την καταγωγή μου από τα μέρη αυτά. Επιπλέον, η αφορμή της κουβέντας μας ήταν η δράση της ομάδας των Ελβετών εθελοντών τη δεκαετία του ’60, ένα θέμα πολύ οικείο σε αυτούς.  

​Ήταν εξαιρετικά άνετοι και φιλόξενοι. Μην ξεχνάμε ότι οι ίδιοι είχαν εξοικειωθεί από παλιά με την κάμερα, καθώς ο Φριτς Μπέργκερ ζούσε ανάμεσά τους και η φωτογραφική μηχανή αποτελούσε μέρος της καθημερινότητάς τους.  

Όταν οι συγχωριανοί είδαν το ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ και τις εικόνες της δεκαετίας του ’60, πώς αντέδρασαν;  

Οι γηραιότεροι συγκινήθηκαν ιδιαίτερα που είδαν όλη εκείνη την εποχή συγκεντρωμένη σε ζωντανό κινηματογραφικό πλάνο, καθώς μέχρι τότε είχαν πρόσβαση μόνο σε φωτογραφίες.  

​Παράλληλα, υπήρξε έντονη ανταπόκριση από τους νεότερους, οι οποίοι αναγνώριζαν τους προγόνους τους («Α, ο παππούς μου!», «Κοίτα τη Μαρία του τάδε!») και συνέδεαν τις εικόνες με τις ιστορίες που είχαν ακούσει στα καφενεία.

  

Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη συνάντηση κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων που σου έμεινε χαραγμένη στη μνήμη;  

Όλες οι συναντήσεις ήταν μοναδικές, αλλά ξεχωρίζω ένα τελείως αυθόρμητο γύρισμα στο Κομηλιό με τη θειά Σοφία. Ενώ κάναμε πλάνα στο βουνό, ο Ρίκος πρότεινε να περάσουμε από το χωριό. Πριν προλάβουμε να στήσουμε τον εξοπλισμό, εκείνος είχε ήδη πιάσει την κουβέντα στην αυλή της.  

​Μας υποδέχτηκε με μεγάλη θερμότητα, μας κάλεσε για καφέ και στη συνέχεια μας πρότεινε η ίδια να πάμε στο κοιμητήριο του χωριού, να δούμε και να φωτογραφίσουμε το σημείο όπου αναπαυόταν ο σύζυγός της. Ήταν μια στιγμή απόλυτα αυθόρμητη και ανθρώπινη, που αποτύπωνε την αμεσότητα και την οικειότητα που είχε πάντα ο Ρίκος με τους ντόπιους.  

Ποιες ήταν οι αντιδράσεις του κόσμου και της τοπικής κοινωνίας απέναντι στην ταινία;  

​Όσοι παρακολούθησαν την ταινία και ενδιαφέρθηκαν πραγματικά να τη δουν -ειδικά στη νοτιοδυτική Λευκάδα, οι απόγονοι και τα εγγόνια των ανθρώπων που προβάλλονται – συγκινήθηκαν βαθιά. Ενθουσιάστηκαν βλέποντας τους δικούς τους ανθρώπους στην οθόνη και λάβαμε θερμά συγχαρητήρια για την ολοκλήρωση αυτής της καταγραφής.  

​Παράλληλα, οι θεατές εκτός Λευκάδας αγκάλιασαν το έργο με τεράστιο ενθουσιασμό, νιώθοντας ότι βλέπουν μια Ελλάδα που χάνεται. Μάλιστα, κάποιοι εμπνεύστηκαν ώστε να αξιοποιήσουν αντίστοιχο αρχειακό υλικό από τους δικούς τους τόπους. 

 

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Λεωνίδα Κακούρη για την αφήγηση της ταινίας;  

​Αναζητούσα έναν ηθοποιό που να διαθέτει τη κατάλληλη φωνή, ευαισθησία και επαγγελματισμό. Όταν μου προτάθηκε ο Λεωνίδας Κακούρης, επικοινώνησα μαζί του. Η συνεργασία μας ήταν άψογη· είναι ένας εξαιρετικός επαγγελματίας και πολύ συνεργάσιμος άνθρωπος.  

Πόσο χρόνο απαίτησε η ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ και ποιοι ήταν οι βασικοί συντελεστές αυτής της προσπάθειας;  

Από την αρχική ιδέα μέχρι την τελευταία πινελιά στο μοντάζ μεσολάβησαν περίπου επτά με οκτώ χρόνια. Η παραγωγή έγινε εξ ολοκλήρου από εμένα.  

​Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω θερμά όλους τους συνεργάτες και τους επαγγελματίες που στάθηκαν δίπλα μου, προσφέροντας πολύτιμες συμβουλές και πρακτική υποστήριξη σε αυτό το εγχείρημα. Πάνω απ’ όλα, ευχαριστώ τον ίδιο τον Φριτς Μπέργκερ για την μεγάλη τιμή που μου έκανε να μου εμπιστευτεί το υλικό του.

  

Θεωρείς ότι μέσω της ταινίας διασώθηκαν τα ίχνη μιας εποχής πριν χαθούν οριστικά; Ποιο είναι το κυριότερο μάθημα που αποκόμισες;  

​Ναι, πιστεύω ότι το υλικό αυτό διασώθηκε και πλέον είναι προσβάσιμο σε όλους. Ήταν μαγικό το γεγονός ότι οι ηλικιωμένοι μου περιέγραφαν ιστορίες, όπως τη μεταφορά του σιταριού, οι οποίες ταυτίζονταν απόλυτα με τα πλάνα του Ρίκο, χωρίς οι ίδιοι να τα έχουν δει ποτέ.  

​Περισσότερο από μάθημα, νιώθω μια βαθιά ηθική ικανοποίηση που επιτεύχθηκε ο στόχος: να τιμήσουμε τις ρίζες μας, να θυμηθούμε από πού ερχόμαστε και να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων και του τόπου μας. 

 

Τι θα ήθελες να κρατήσει μέσα του ο θεατής όταν πέσουν οι τίτλοι του τέλους;  

Ο κάθε άνθρωπος εισπράττει κάτι διαφορετικό. Άλλος βλέπει παραλληλισμούς με τον δικό του τόπο, άλλος διακρίνει με συγκίνηση τη μορφή των δικών του παππούδων και άλλος εστιάζει στη διατήρηση της πολιτισμικής μνήμης. Η ταινία απευθύνεται στους ανθρώπους που νιώθουν και ο καθένας κρατά αυτό που μιλάει στη δική του καρδιά.  

Δείτε ακόμη: 5 πράγματα που κάναμε στα ταξίδια των 90s/00s και σήμερα φαίνονται εντελώς… «εξωγήινα» ​

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *