Η Ευσταθία μιλά για το «Σε Θέλω», μια παράσταση που ενώνει ιστορικές γυναικείες φωνές, ανεκπλήρωτους έρωτες και μουσικές διαδρομές σε μια οικεία, ποιητική αφήγηση. Από τον Elvis Costello μέχρι την Πηνελόπη Δέλτα και τη σύγχρονη θηλυκή αυτογνωσία, η δημιουργός υφαίνει ένα έργο για όλα τα «σε θέλω» που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Το «Σε Θέλω» είναι μια παράσταση που αντλεί την έμπνευσή της από το τραγούδι του Elvis Costello. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Πάντα μού άρεσε το “I want you” του Elvis Costello και προσπαθούσα πολλά χρόνια να γράψω έναν στίχο που να είναι στο πνεύμα των αγγλικών στίχων και να έχει να πει κάτι και στην γλώσσα μας. Έτσι ήρθε κι έδεσε με το θέμα της παράστασης. Η παράσταση και το εν λόγω τραγούδι ήταν δύο διαφορετικά έργα, αλλά ήρθαν κι ενώθηκαν. Και αυτό με χαροποιεί πολύ γιατί τελικά διαπιστώνω ότι τα έργα μου έχουν μια σύνδεση μεταξύ τους έτσι κι αλλιώς.
Στην παράσταση φωτίζετε πτυχές γυναικών που η Ιστορία συχνά θυμάται μέσα από τους έρωτές τους, όχι πάντα μέσα από το έργο τους. Ποια από αυτές νιώθετε πιο κοντά σας και γιατί;
Η Ιστορία δύσκολα θυμάται τις γυναίκες έτσι κι αλλιώς. Κάνουμε γρήγορα περάσματα από κάθε προσωπικότητα τονίζοντας κάποια βασικά χαρακτηριστικά τους μέσα όμως από τις ερωτικές τους σχέσεις οι οποίες ομολογουμένως για τις περισσότερες, δεν ήταν και τόσο ευτυχισμένες. Αγαπημένη γυναίκα η Πηνελόπη Δέλτα για το ειλικρινές και ακέραιο του χαρακτήρα της, την ανυπέρβλητη εντιμότητά της και το μαρτύριο που υπέστη τόσο άδικα – να μην μπορεί να χαρεί τον έρωτά της με τον Ίωνα – σαν να τιμωρήθηκε για την ειλικρινή της στάση απέναντι στην ζωή.
Ο τρόπος που συνδέετε την ιστορική αφήγηση με τη μουσική είναι ιδιαίτερα θεατρικός. Τι ρόλο παίζει για εσάς η σκηνή ως τόπος αφήγησης και μεταμόρφωσης;
Φροντίζω η μουσική και τα τραγούδια να ενώνουν το τότε με το τώρα ώστε να φαίνεται ο χρόνος σαν ένα ενιαίο όλον. Η σκηνή για μένα, είναι τόπος ελευθερίας.
Το «Σε Θέλω» έχει μια έντονη αίσθηση οικειότητας. Ο θεατής νιώθει πως συμμετέχει συναισθηματικά σε κάθε ιστορία. Πώς επιτυγχάνετε αυτή τη σύνδεση με το κοινό;
Ο θεατής βλέπει σε κάθε ιστορία ένα κομμάτι του εαυτού του. Αυτό είναι το μαγικό με την τέχνη, συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Μια σημαντική συγγραφέας, η Ελένη Λαδιά, λέει: «Συμμετέχοντας στον συλλογικό πόνο, ξεχνάμε την δική μας εγωΪκή οδύνη του παρόντος».
Οι ηρωίδες σας είναι γυναίκες με πνεύμα, ευαισθησία και συχνά πόνο. Υπάρχει κάποιο κοινό “νήμα” που τις ενώνει όλες;
Η ανάγκη να αγαπηθούν και να αναγνωριστούν στην ζωή αυτή πρωτίστως ως πνευματικά όντα.
Μιλάτε συχνά για τη “θηλυκή αρχή” με ολιστική έννοια που περιλαμβάνει την ενσυναίσθηση, την οικολογία, την ειρήνη. Πώς περνά αυτή η κοσμοθεωρία στη μουσική και τα κείμενά σας;
Περνά αβίαστα και σχεδόν φυσικά. Είναι το μονοπάτι που φτιάχνω η ίδια περπατώντας το. «Διαβάτη, δρόμος δεν υπάρχει: τον δρόμο τον ανοίγεις προχωρώντας». Αντόνιο Ματσάντο

Θα λέγατε ότι το «Σε Θέλω» είναι περισσότερο μια παράσταση για τον έρωτα ή για τη γυναικεία αυτογνωσία;
Η παράσταση είναι αφιερωμένη σε όλα τα «σε θέλω» που δεν εκπληρώθηκαν, και στις θηλυκότητες όλου του κόσμου που δεν κατάφεραν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα κατατρεγμένες από μια δουλεία αιώνων!
Συνεργάζεστε με δύο γυναίκες νέας γενιάς, την Angela Fabre και τη Βίνα Σέργη. Τι σας συγκινεί περισσότερο στις ερμηνείες τους;
Είναι πολύ σημαντικό να δίνεις χώρο στους νεότερους ειδικά όταν έχουν κάτι να πουν. Η Βίνα Σέργη και η Ανζελά Φάμπρ είναι ολοκληρωμένες καλλιτέχνιδες. Η Βίνα Σέργη είναι μια πολύ ιδιοσυγκρασιακή καλλιτέχνης, στιβαρή, με μια γήινη χροιά φωνής, λίγο ρεμπέτικη που έρχεται να ισορροπήσει με την αέρινη φωνή της Ανζελά, που κατεβαίνει από τον ουρανό. Το όνομά της συνάδει με την φωνή της, που είναι αγγελική. Ουρανός και γη λοιπόν, τα δυό κορίτσια ταιριάζουν απόλυτα. Είμαι πολύ χαρούμενη που με εμπιστεύτηκαν και μαζί, σας παρουσιάζουμε αυτήν την πρωτότυπη παράσταση.
Η μουσική επιμέλεια του Χάρη Μπότση φέρνει έναν ξεχωριστό ήχο στο έργο. Πώς δουλέψατε μαζί τη μουσική ταυτότητα της παράστασης;
Εδώ και χρόνια συνεργάζομαι με τον Χάρη Μπότση. Διανύσαμε πολλά χιλιόμετρα μαζί για να βρούμε έναν ήχο στις παραστάσεις που θα είναι χαρακτηριστικός. Πάντα χαίρομαι την συμπόρευση μου μαζί του.
Στο «Σε Θέλω» συνδυάζονται διαφορετικές εποχές, γλώσσες και ύφη. Τι σας συγκινεί στο να “μεταφράζετε” ένα ξένο τραγούδι ή μια ξένη ψυχή στα ελληνικά;
Είναι κάτι πολύ δύσκολο και το κάνω μόνο εάν ταυτίζομαι ψυχικά με τον ξένο δημιουργό. Με τον Κοστέλο, που δεν τον γνωρίζω προσωπικά, ταυτίστηκα. Έφτιαξα μια ολόκληρη ιστορία πάνω σ’ αυτό το τραγούδι. Εμπνεύστηκα από τον έρωτα της Μαρίας Πολυδούρη για τον Κώστα Καρυωτάκη που ήταν μάλλον μονόπλευρος…

Αν μπορούσατε να έχετε μια συζήτηση με μία από τις γυναίκες που παρουσιάζετε στη σκηνή, ποια θα διαλέγατε και τι θα τη ρωτούσατε;
Θα ήθελα να μιλήσω με την Μυρτιώτισσα και να μού αφηγηθεί ιστορίες του λογοτεχνικού παρελθόντος μας, των Αθηνών που τόσο αγαπώ, να μού μιλήσει για τους ποιητές μας και για μία εποχή που θα ήθελα να ζήσω –μόνο για λίγες μέρες- εννοείται .
Η παράσταση μοιάζει να έχει και έναν υπόγειο συμβολισμό: έναν “Mataroa” που μεταφέρει την ελπίδα. Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε ;
Η Τέχνη πρέπει να μάς δίνει λίγο φως και μία νότα χαράς και αισιοδοξίας σε έναν κόσμο που κυριαρχεί η τρομολαγνεία και προβάλλεται μόνο η φρίκη. Έχουμε ανάγκη μια τέχνη ιαματική και αφυπνιστική μαζί.
Το έργο σας χαρακτηρίζεται συχνά “φεμινιστικό”. Πώς τοποθετείστε απέναντι σε αυτόν τον χαρακτηρισμό σήμερα;
Είμαι φεμινίστρια. Αλλά για μένα ο φεμινισμός είναι οικολογία, συμπερίληψη, αποδοχή του άλλου, συμπόνοια, αλληλεγγύη, αγάπη για την ειρήνη. Το αντίθετο της πατριαρχίας. Είναι η επιθυμία για αποκατάσταση της θηλυκής αρχής ώστε να επέλθει η παγκόσμια ισορροπία.
Αν ο έρωτας είχε φωνή, ποιο τραγούδι από το «Σε Θέλω» θα τον εξέφραζε καλύτερα;
Τα περισσότερα κομμάτια, αλλά αν διάλεγα ένα από αυτά θα διάλεγα την «Λου», αφιερωμένο στην Λου Αντρέας Σαλωμέ.
Τι σας “θέλει” περισσότερο αυτή την περίοδο η ζωή;
Η ζωή με θέλει πάντα να την ζω αληθινά και με αυθεντικότητα, μόνον αυτό.










