Η Λίλιαν Τσουρλή δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι η φωνή του κοινωνικού ρεπορτάζ που μπαίνει καθημερινά στα σπίτια μας μέσα από τη συχνότητα του ΑΝΤ1. Σε μια ειλικρινή κουβέντα, επιστρέφει στα παιδικά της χρόνια κάτω από τα Μετέωρα, θυμάται την «κεραμίδα» που έριξε στους γονείς της όταν έγινε κρυφά δημοσιογράφος και εξηγεί γιατί, μετά από τόσες κρίσεις και πολέμους, το μόνο που Τηςμετράει τελικά είναι η υγεία και η οικογένεια.
Της Ελευθερίας Στρατομήτρου
Λίλιαν, είσαι από τα Τρίκαλα…
Το χωριό μου είναι ακριβώς κάτω από τον πρώτο βράχο των Μετεώρων. Στην Αθήνα ήρθα μωρό, γιατί οι γονείς μου έπρεπε να ξεκινήσουν να δουλεύουν εδώ, οπότε το νήπιο το ξεκίνησα πια στην Αθήνα. Μεγάλωσα στα Εξάρχεια και μετά ήρθαμε εδώ που μένουμε τώρα. Τα Εξάρχεια τότε δεν ήταν «δύσκολη» περιοχή για όσους ήταν μόνιμοι κάτοικοι, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι τα βλέπουμε εμείς σήμερα.
Αν κλείσεις τα μάτια, ποια είναι η πρώτη εικόνα από τα παιδικά σου χρόνια;
Θυμάμαι τους φίλους μου να παίζουμε στα σκαλάκια του πατρικού της μαμάς μου. Το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν το «σούπερ μάρκετ» – βγάζαμε πράγματα και τα πουλούσαμε (γέλια). Θυμάμαι και τους παππούδες μου να φτιάχνουν καπνά, γιατί τότε η παραγωγή ήταν στο φουλ. Από τη στιγμή που έκλειναν τα σχολεία, ήμασταν πάντα στο χωριό. Ήταν τα ωραιότερα καλοκαίρια.
Η δημοσιογραφία πώς μπήκε στη ζωή σου;
Από τύχη. Εγώ δικηγόρος ήθελα να γίνω. Είχα περάσει σε μια σχολή με οικονομικά, αλλά τα σιχαινόμουν. Κάποια στιγμή, ενώ διάβαζα για να ξαναδώσω εξετάσεις, έπεσε στα χέρια μου ένα φυλλάδιο από την ιδιωτική σχολή της Ελευθεροτυπίας. Μου άρεσε και πήγα και γράφτηκα μόνη μου, χωρίς να το ξέρουν οι γονείς μου. Όταν τους το είπα, τους ήρθε «κεραμίδα». Τότε ήμασταν πολύ λίγοι δημοσιογράφοι, η ιδιωτική τηλεόραση ήταν στην αρχή της και δεν ήταν εύκολο για ένα κορίτσι 19 χρονών χωρίς γνωριμίες. Όμως από τότε που ξεκίνησα, δεν έχω μείνει ποτέ άνεργη ούτε απλήρωτη. Δούλεψα πάρα πολύ, εκμεταλλεύτηκα κάθε ευκαιρία και νομίζω έβγαλα ασπροπρόσωπους όσους με επέλεξαν.

Είσαι χρόνια στο Κοινωνικό Ρεπορτάζ. Το επέλεξες;
Στη δημοσιογραφία ξεκινάς από το ελεύθερο ρεπορτάζ για να έχεις γνώση σε όλα – από πολιτικό και αθλητικό μέχρι υγείας. Μετά ζητάς να πας κάπου αλλού. Εμένα μου άρεσε το κοινωνικό. Μου άρεσε να έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο, να λέω τα πράγματα όπως τα βλέπω και να βοηθάω. Γιατί δημοσιογραφία δεν είναι μόνο η μεταφορά της είδησης, αλλά και το τι μπορείς να καταφέρεις μέσω αυτής.
Πόσο δύσκολο είναι τελικά να διατηρείς την αντικειμενικότητά σου μπροστά στον ανθρώπινο πόνο;
Πρέπει να είσαι αντικειμενικός, είναι το Α και το Ω. Όμως, μέσα από την είδηση έγινα σε πολλά πράγματα καλύτερος άνθρωπος. Και δυστυχώς για τον γιο μου, έγινα μια μαμά που φοβάται τα πάντα με όλα αυτά που βλέπω (γέλια).
Μετά από τόσα χρόνια στο κοινωνικό ρεπορτάζ, υπάρχει κάποιο θέμα που σου έχει μείνει χαραγμένο;
Μια έρευνα που έκανα για τα παιδιά με κακοήθεια. Τα είχα συναντήσει στο νοσοκομείο πριν εφτά χρόνια σε πολύ άσχημη κατάσταση. Είναι καλά πλέον και έχουμε επαφή. Αυτό το ρεπορτάζ ενδυνάμωσε τη σκέψη μου: η δουλειά είναι για να μαθαίνουμε πράγματα και για να βιοποριζόμαστε. Δεν ζούμε για να δουλεύουμε. Παίρνουμε μαθήματα από τη δουλειά μας, και αυτό για μένα ήταν ένα τεράστιο μάθημα, και από τους γονείς και από αυτά τα παιδιά.
Έχεις καλύψει εμβληματικά θέματα όπως το #metoo και οι γυναικοκτονίες. Πιστεύεις ότι η ελληνική κοινωνία έχει κάνει ουσιαστική πρόοδο ή απλώς μάθαμε να χρησιμοποιούμε τη σωστή ορολογία;
Πιστεύω ότι η κοινωνία ήταν ίδια πάντα. Απλώς τώρα δόθηκε η δυνατότητα μέσω των ΜΜΕ να βγουν τα πράγματα προς τα έξω. Η γυναίκα που ήθελε να καταγγείλει αυτό που βιώνει, το έκανε και πριν. Τώρα όμως, επειδή εμείς «κυνηγάμε» αυτά τα θέματα, βγαίνουν στην επιφάνεια.

Ήσουν όμως και στις εκπομπές Αρένα και Special Report
Ήμουν και στην Αρένα και στο Special Report. Εκπληκτική εκπομπή. Μακάρι να μπορούσα να δούλευα μόνο σε αυτό το πλαίσιο. Ήταν έρευνα. Έψαχνες εις βάθος ένα θέμα, έδινες κάθε παράμετρο του θέματος. Είχες τον χρόνο, σαφώς, να βγάλεις πολλά περισσότερα πράγματα γιατί καλώς ή κακώς στο δελτίο ειδήσεων – και έτσι πρέπει να είναι – σου δίνεται πολύ περιορισμένος χρόνος, άρα σε λίγο χρόνο πρέπει να δώσεις την είδηση. Βέβαια, αυτό είναι καλό για τους δημοσιογράφους γιατί από εκεί φαίνεται αν είσαι καλός ή όχι, αλλά μέσω των εκπομπών μπορείς να διανθίσεις πράγματα και μπορείς να βγάλεις και τον εαυτό σου σε πολλά πράγματα που δεν πρέπει να το κάνεις στο δελτίο ειδήσεων, δυστυχώς όμως κάποιοι το κάνουν.
Δείτε ακόμη: Νίκη Παπαγεωργίου: Η ιστορία πίσω από το «Έπαψες αγάπη να θυμίζεις»
Πώς σε επηρέασε η κάλυψη του πολέμου;
Δεν είχα πάει εκεί, αλλά έκανα τις συνεντεύξεις με τους Έλληνες που βρίσκονται σε κάθε γωνιά της γης. Με επηρέασε ο πόνος τους. Προσπάθησα να μπω στα παπούτσια της κάθε μητέρας. Καταλαβαίνω πώς σκέφτεται ένας άνθρωπος που θα έκανε τα πάντα για να σώσει το παιδί του από τις ρουκέτες και τις σφαίρες. Είναι επώδυνο ρεπορτάζ να ακούς αυτούς τους ανθρώπους να σου ανοίγουν την ψυχή τους κι εσύ να ξέρεις ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πέρα από το να μεταφέρεις την ιστορία τους. Πάντα θέλω να είμαι η φωνή όσων βρίσκονται απέναντί μου.
Τι σου έμαθαν αυτές οι κρίσεις για την ανθρώπινη φύση;
Ότι η υγεία μας και οι στιγμές με τους ανθρώπους μας είναι το Α και το Ω. Τέλος.
Πώς βλέπεις το μέλλον της τηλεοπτικής ενημέρωσης;
Η είδηση έχει γίνει κάπως «fast food». Τη δίνουν γρήγορα χωρίς να ψάχνουν την αλήθεια. Υπάρχουν πολλά απρόσωπα μέσα, σάιτ ή εφημερίδες, όπου δεν ξέρεις ποιος κρύβεται από πίσω. Όταν μπαίνει η υπογραφή κάποιου, τότε υπάρχει αλήθεια· όταν δεν μπαίνει, είναι επίφοβο. Όσο υπάρχουν σωστοί άνθρωποι που δουλεύουν στην τηλεόραση, η τηλεόραση έχει μέλλον, παρόλο που τα νέα παιδιά είναι πλέον στον υπολογιστή και στο κινητό. Η εφημερίδα, δυστυχώς, χάνεται.

Ο γιος σου είναι 17 χρονών. Πόσο δύσκολο ήταν να είσαι «παρούσα» μητέρα σε ένα επάγγελμα χωρίς ωράρια;
Ελευθερία, ένα έχω να σου πω. Έγραφα το κείμενο μου, συγχρόνως είχα ακουστικά και άκουγα. Διαβάζαμε με τον γιο μου. Τελείωνα τη δουλειά, ερχόμουν στο σπίτι, έπιανα το βιβλίο. Τώρα γυρνώντας πίσω, ήταν πάρα πολύ δύσκολο και όμως το έκανα και πάντα ήμουν παρούσα στις στιγμές του παιδιού, εγώ. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κάνεις ένα παιδί πρέπει να είσαι έτσι. Πάντα έβαζα τις οικογενειακές στιγμές μπροστά και αυτό το σεβάστηκαν στη δουλειά. Δεν έλειψα από καμία γιορτή, δεν άφησα το παιδί μου μόνο του με πυρετό. Ακόμη και σήμερα, στη Γ’ Λυκείου, παίρνω εγώ τους ελέγχους του και μιλάω με τους καθηγητές. Ήμουν παρούσα παντού.
Τώρα που ενηλικιώνεται, αισθάνεσαι ότι του μετέδωσες τη μαχητικότητά σου ή προσπάθησες συνειδητά να τον προστατέψεις από τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας που βλέπεις καθημερινά;
Του λέω τα πράγματα όπως είναι. Του λέω την αλήθεια. Είναι μεγάλος πια για να καταλάβει. Μουρμουράω συνεχώς, λέγοντας ότι «εγώ ξέρω καλύτερα» (γέλια), αλλά θεωρώ ότι είναι από τα παιδιά που έχουν τη δυνατότητα να έχουν πολύπλευρη ενημέρωση διότι και ο μπαμπάς του είναι δημοσιογράφος. Ο Γιώργος ίσως ξέρει πολύ περισσότερα πράγματα από ότι, ίσως ξέρουν κάποια άλλα παιδιά.
Αν σου έλεγε σήμερα ότι θέλει να γίνει δημοσιογράφος;
Είμαι τυχερή που δεν το σκέφτηκε ποτέ (γέλια)! Θα του έλεγα «καλύτερα όχι», γιατί πλέον βγαίνουν πάρα πολλοί δημοσιογράφοι και ελάχιστα παιδιά πιάνουν δουλειά. Του λέω να κυνηγάει το όνειρό του, αλλά να κοιτάζει και τι μπορεί να του δώσει δουλειά. Δεν αρκεί μόνο ένα καλό πτυχίο.
Μετά από τόσα χρόνια στον ΑΝΤ1, τι είναι αυτό που σου δίνει δύναμη;
Η εμπιστοσύνη που μου δείχνουν. Όσο μου δείχνουν εμπιστοσύνη, συνεχίζω και ανταπεξέρχομαι σε ό,τι μου ζητηθεί. Πάντα με σεμνότητα προς τον τηλεθεατή. Αυτό ήταν και παραμένει το μότο μου.
Ποια πλευρά της Λίλιαν Τσουρλή θα ήθελες να «φωτίσουμε» σήμερα;
Ότι οι δημοσιογράφοι είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε οικογένεια γιατί δουλεύουμε 24 ώρες το 24ωρο. Αν δεν είχα στο πλευρό μου τον σύζυγό μου, που είναι επίσης δημοσιογράφος, δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει. Είναι ένας άνθρωπος που με στηρίζει επαγγελματικά και προσωπικά. Είμαστε ένα «καλό παρεάκι» και οι τρεις μας με τον γιο μας. Επίσης, στα νέα παιδιά λέω πάντα: «Πρέπει να σέβεστε τον άνθρωπο που έχετε απέναντί σας». Δεν είμαστε εμείς το επίκεντρο του ρεπορτάζ, αλλά η είδηση.










