Ένα καρναβαλικό σποτ ενός λεπτού στάθηκε αρκετό για να πυροδοτήσει αντιδράσεις, δημόσιες τοποθετήσεις και μια έντονη συζήτηση γύρω από τα όρια της σάτιρας, της καλλιτεχνικής πρόθεσης και της κοινωνικής ανάγνωσης της εικόνας. Το «Free the Mood», promo για το Καλαματιανό Καρναβάλι, βρέθηκε στο επίκεντρο κριτικής από φεμινιστικές συλλογικότητες και πολιτικούς φορείς, ενώ παράλληλα υποστηρίχθηκε δημόσια από τη δημοτική αρχή. Ο σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής Στάθης Γιαννακόπουλος μιλά στο TheSpotlight.gr για την ιδέα πίσω από το βίντεο, τις αντιδράσεις που τον αιφνιδίασαν, τα όρια της τέχνης, αλλά και τη συνολική του πορεία στον κινηματογράφο, από τα τοπικά γυρίσματα μέχρι τις διεθνείς διακρίσεις.
Της Ελευθερίας Στρατομήτρου
Πώς γεννήθηκε η ιδέα του συγκεκριμένου promo για το καρναβάλι της Καλαμάτας; Τι θέλατε να επικοινωνήσετε καλλιτεχνικά και συμβολικά;
Η ιδέα γεννήθηκε πολύ απλά από αυτό που είναι το καρναβάλι: ενέργεια, παιχνίδι ρόλων και υπερβολή. Ήθελα κάτι πιο αφηγηματικό, που να θυμίζει μικρή ταινία. Καλλιτεχνικά, προσεγγίσαμε το promo σαν fiction σκηνή. Χαρακτήρες με τεράστιο κοινό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που θα έδιναν έξτρα προβολή στο σποτ, σασπένς και χιούμορ.
Είναι ξεκάθαρο από πολλές κινηματογραφικές και σεναριακές λεπτομέρειες, πως η γυναίκα συμβολίζει την καλή μας διάθεση η οποία απελευθερώνεται για τις ημέρες του καρναβαλιού.
Όταν γράφατε το σενάριο, είχατε στο μυαλό σας ότι θα μπορούσε να παρερμηνευτεί ως αναπαραγωγή στερεοτύπων ή ως έμμεση αναφορά στο trafficking;
Όχι, σε καμία φάση της δημιουργίας δεν υπήρχε στο μυαλό μου κάτι τέτοιο. Το σενάριο γράφτηκε ξεκάθαρα με καρναβαλικούς όρους, δηλαδή υπερβολή και έντονη αστεία θεατρικότητα. Δεν προσεγγίσαμε ποτέ τη σκηνή ως κάτι σκοτεινό ή κοινωνικό σχόλιο. Δεν υπήρχε καμία πρόθεση να αγγίξουμε θέματα όπως το trafficking ή να αναπαράγουμε στερεότυπα. Αντίθετα, όλο το ύφος είναι καρτουνίστικο και συμβολικό, μέσα στο πνεύμα του καρναβαλιού όπου όλα είναι ρόλοι και μεταμφιέσεις. Καταλαβαίνω όμως ότι στην εποχή που ζούμε, ο καθένας μπορεί να δει κάτι διαφορετικό ή να επηρεαστεί από γνώμες τρίτων. Αυτό είναι θεμιτό. Απλώς αυτά για τα οποία κατηγορηθήκαμε δεν ήταν ποτέ η πρόθεση ή το νόημα του Σπότ.
Πώς βιώσατε προσωπικά τις αντιδράσεις από φεμινιστικές συλλογικότητες και πολίτες της Καλαμάτας; Σας αιφνιδίασαν;
Οι αντιδράσεις με αιφνιδίασαν. Όταν δημιουργείς κάτι με καθαρά γιορτινή και σατιρική πρόθεση, δεν περιμένεις ότι θα πάρει αυτές τις διαστάσεις και μάλιστα για τους λάθος λόγους. Οπότε ναι, στην αρχή μου έκανε εντύπωση η ένταση. Από την άλλη, σέβομαι απόλυτα το δικαίωμα κάθε συλλογικότητας ή πολίτη να εκφράζει προβληματισμό. Η συζήτηση είναι υγιής. Προτιμώ να υπάρχει διάλογος παρά αδιαφορία. Το είδα σαν μια ευκαιρία να εξηγήσω την πρόθεση του έργου και να ακούσω και την άλλη πλευρά. Να εξελιχθώ και να ανελιχθώ μέσα από αυτό.
Ο σεβασμός προς τη γυναίκα δεν είναι σύνθημα, είναι στάση ζωής. Και αυτή ξεκινάει από το σπίτι μας. Από τη μητέρα μας, την αδελφή μας, τη σύντροφό μας, τα παιδιά μας. Αν δεν είμαστε εντάξει απέναντι στους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας καθημερινά, τότε καμία δημόσια τοποθέτηση δεν έχει αξία. Ο σεβασμός δεν αποδεικνύεται με δηλώσεις, αλλά με συμπεριφορά. Για μένα, το αυτονόητο είναι πρώτα να είμαστε σωστοί στον προσωπικό μας κύκλο και μετά να κοιτάμε συνολικά την κοινωνία. Και όταν λειτουργείς με αυτή τη βάση, δεν υπάρχει χώρος για πρόθεση υποτίμησης ή απαξίωσης κανενός.
Πιστεύετε ότι η τέχνη και η σάτιρα έχουν όρια; Και αν ναι, ποιος τα θέτει τελικά: ο δημιουργός ή η κοινωνία;
Η τέχνη και η σάτιρα, από τη φύση τους, δοκιμάζουν όρια. Αν δεν τα δοκιμάζουν, κάτι γίνεται λάθος. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από τα «όρια». Η πρόθεση. Ο δημιουργός έχει την ευθύνη αυτού που φτιάχνει. Η κοινωνία, από την άλλη, έχει το δικαίωμα να το κρίνει. Αυτή η τριβή είναι φυσιολογική. Έτσι προχωράει ο πολιτισμός. Αν αρχίσουμε να αυτολογοκρινόμαστε από φόβο μήπως κάποιος παρεξηγηθεί, τότε δεν θα παράγουμε τίποτα ζωντανό. Αλλά ταυτόχρονα πρέπει να ακούμε και την κοινωνία. Είναι μια ισορροπία, όχι πόλεμος.
Αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω, υπάρχει κάτι στο promo που θα αλλάζατε ή θα διατυπώνατε διαφορετικά;
Δεν θα άλλαζα την πρόθεση ή τη βασική ιδέα του promo. Πιστεύω στο concept και στη λογική του. Ίσως όμως θα φρόντιζα να είναι πιο ξεκάθαρο το σατιρικό και καρναβαλικό στοιχείο από την πρώτη στιγμή, ώστε να μη δοθεί χώρος για παρερμηνείες. Μερικές φορές μια μικρή τονική μετατόπιση, ένα διαφορετικό cut ή μια πιο έντονη ανατροπή, μπορεί να κατευθύνει καλύτερα το κοινό. Κάθε έργο είναι και ένα μάθημα. Όχι γιατί θεωρώ ότι υπήρξε κακή πρόθεση, δεν υπήρξε, αλλά γιατί πάντα υπάρχει περιθώριο να γίνεσαι πιο σαφής ως δημιουργός. Το σημαντικό για μένα είναι ότι το promo πέτυχε να προκαλέσει αντίδραση και διάλογο. Και αυτό, στην τέχνη, δεν είναι απαραίτητα αρνητικό.
Ο δήμαρχος Καλαμάτας δήλωσε δημόσια τη στήριξή του στο σποτ, λέγοντας ότι «καρναβάλι έχουμε, να περάσουμε όμορφα». Πώς εισπράξατε αυτή τη στάση και πιστεύετε ότι συμβάλλει ή αποφεύγει τον διάλογο που άνοιξε;
Εισέπραξα τη στάση του δημάρχου θετικά και ανθρώπινα. Το καρναβάλι, στον πυρήνα του, είναι γιορτή. Είναι χαρά, παιχνίδι, αποφόρτιση. Οπότε το «να περάσουμε όμορφα» εκφράζει ακριβώς αυτή τη φιλοσοφία. Δεν μιλάμε για ένα πολιτικό ή κοινωνικό ντοκιμαντέρ, αλλά για ένα εορταστικό promo. Από εκεί και πέρα, η στήριξη δεν σημαίνει ότι κλείνει ο διάλογος. Ο διάλογος είναι πάντα χρήσιμος. Και η κριτική είναι μέρος της δημοκρατίας και της τέχνης. Απλώς θεωρώ σημαντικό να κρατάμε και μια αναλογία. Να συζητάμε, αλλά χωρίς να φορτώνουμε σε ένα καρναβαλικό βίντεο προθέσεις που δεν είχε. Η στάση του δημάρχου, για μένα, βοήθησε να επαναφέρουμε το θέμα στο πραγματικό του πλαίσιο.
Έχετε μια πορεία με ταινίες και μικρού μήκους έργα που έχουν βραβευτεί και διεθνώς. Ποια στιγμή της καριέρας σας θεωρείτε κομβική μέχρι σήμερα;
Μέχρι σήμερα, η πιο κομβική στιγμή της πορείας μου ήταν αναμφίβολα το πειραματικό film, The Silent Synthetic Symphony το 2024. Ήταν το έργο που με έβγαλε ουσιαστικά έξω από τα τοπικά όρια και με έβαλε σε ένα διεθνές περιβάλλον φεστιβάλ. Επιλέχθηκε και βραβεύτηκε σε διοργανώσεις σε Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη και Ασία, και αυτό άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τον εαυτό μου ως δημιουργό. Δεν ήταν μόνο τα βραβεία. Ήταν η επιβεβαίωση ότι ένα short film που γυρίστηκε στην Καλαμάτα, με τοπικούς συνεργάτες και περιορισμένο budget, μπορεί να σταθεί απέναντι σε παραγωγές με πολλαπλάσιους πόρους. Το συγκεκριμένο έργο ήταν καλλιτεχνικά κομβικό γιατί ένωσε πρωτότυπη κινηματογράφιση, ποίηση, νέες τεχνολογίες, χορό και κοινωνικό σχόλιο. Με πρωταγωνιστή τον κινηματογραφικά «παρθένο» αλλά καταξιωμένο χορευτή Δημήτρη Αναστασόπουλο, και μία σπουδαία ομάδα από πίσω, χαρακτηρίστηκε κινηματογραφικό υβρίδιο και πέρα από τις διακρίσεις των κριτικών επιτροπών, αποσπάσαμε επίσης χιλιάδες ψήφους και βραβεία κοινού.

Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει, κατά τη γνώμη σας, τη σκηνοθετική σας ταυτότητα; Υπάρχουν θεματικές που σας ακολουθούν σταθερά;
Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος μέσα στο πλαίσιο του. Είτε αυτό είναι η κοινωνία, είτε η τεχνολογία, είτε η καθημερινότητα. Σχεδόν σε όλα μου τα έργα επιστρέφω σε κάποιες σταθερές θεματικές. Την ταυτότητα, τη μεταμόρφωση, τη σιωπή πίσω από τον θόρυβο της εποχής και τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του, φυσικό ή ψηφιακό. Με απασχολεί πολύ το πώς ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να σταθεί μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει πιο γρήγορα από τον ίδιο. Αισθητικά, μου αρέσει η κινηματογραφική αφήγηση ακόμα και σε μικρές διάρκειες. Δεν βλέπω τα projects ως «σποτ» ή «βίντεο», αλλά ως μικρές ιστορίες με αρχή μέση και τέλος, παίζοντας σε κάποιες περιπτώσεις με τον χωρoχρόνο. Δεν με ενδιαφέρει η πρόκληση για την πρόκληση. Με ενδιαφέρει να αφήνει κάτι πίσω του το έργο, έστω μια σκέψη ή ένα συναίσθημα. Αν συμβεί αυτό, θεωρώ ότι έχει πετύχει τον σκοπό του.
Μετά τον δημόσιο διάλογο και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, πώς θα θέλατε να εξελιχθεί από εδώ και πέρα η συζήτηση γύρω από το συγκεκριμένο έργο;
Θα ήθελα η συζήτηση να γίνει πιο ψύχραιμη και ουσιαστική. Να μιλάμε με επιχειρήματα και όχι με εντυπώσεις ή τίτλους. Η κριτική είναι καλοδεχούμενη, είναι μέρος της τέχνης. Αλλά καλό είναι να βασίζεται στην πρόθεση και στο πραγματικό περιεχόμενο του έργου, όχι σε υποθέσεις. Για μένα, το ιδανικό θα ήταν να κρατήσουμε το θετικό, ότι ένα τοπικό promo κατάφερε να ανοίξει πανελλήνιο διάλογο, να προκαλέσει σκέψη και να απασχολήσει τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι κάτι έκανε σωστά. Το χειρότερο για ένα έργο είναι η αδιαφορία. Από εκεί και πέρα, προχωράμε. Μαθαίνουμε, γινόμαστε καλύτεροι και συνεχίζουμε να δημιουργούμε. Αυτός είναι ο ρόλος μας ως καλλιτέχνες.
Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια; Υπάρχει κάποιο project που σας εκφράζει ιδιαίτερα αυτή την περίοδο;
Βρίσκομαι σε μια φάση που με ενδιαφέρει να ανοίγω θεματικά το πεδίο μου. Να μη μένω σε ένα είδος, αλλά να δοκιμάζω διαφορετικές φόρμες χωρίς να αλλοιώνω όμως το ύφος μου.
Το πιο πρόσφατο project είναι «Η Σκιά της Αρκούδας: A Carpathian Quest», ένα ντοκιμαντέρ άγριας φύσης όπου ταξιδεύω στα Καρπάθια Όρη, αναζητώντας την καφέ αρκούδα μέσα στο φυσικό της περιβάλλον.
Είναι μια πιο βιωματική, σχεδόν υπαρξιακή εμπειρία, άνθρωπος απέναντι στη φύση, μακριά από την πόλη, χωρίς φίλτρα. Ήδη προβάλλεται στην Ευρώπη και έχει βραβευτεί στο Ιάσιο της Ρουμανίας με Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ, κάτι που μου έδωσε μεγάλη χαρά γιατί είναι μια δουλειά πιο σιωπηλή και παρατηρητική, όχι «εντυπωσιακή». Βασίζεται στην υπομονή και την αλήθεια της στιγμής.
Παράλληλα διανέμω στα Φεστιβάλ το «Breathing Wall», ένα ντοκιμαντερ γύρω από δύο καλλιτέχνες του δρόμου, τον Skitsofrenis και τον Kabrit, που συνεργάζονται για μια μεγάλη τοιχογραφία με περιβαλλοντικά μηνύματα. Εκεί με τράβηξε πολύ η ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει σαν δημόσια φωνή. Όχι σε γκαλερί, αλλά στον δρόμο, μπροστά σε όλους. Μιλάμε για πλαστικό, για το περιβάλλον, για την πόλη που «αναπνέει» ή πνίγεται. Είναι ένα έργο πιο κοινωνικό και άμεσο.
Σε επίπεδο μυθοπλασίας, αυτή την περίοδο ολοκληρώνω το «Vidi Serpentem», ένα ατμοσφαιρικό και πειραματικό short film με την πρωτοεμφανιζόμενη Μάιρα Ζέρβα. Είναι μια συμβολική ιστορία γύρω από μια γυναίκα και την παρουσία ενός φιδιού, όπου στην ουσία συγκρούονται δύο βασικά ανθρώπινα ένστικτα: η επιθυμία και ο φόβος. Η έλξη προς το άγνωστο και ταυτόχρονα η ανάγκη να προστατευτείς από αυτό. Δεν είναι ένα φιλμ που εξηγεί με λόγια. Λειτουργεί περισσότερο με εικόνες, σώμα, σιωπή και συναίσθημα. Σχεδόν σαν ένα οπτικό ποίημα. Με ενδιαφέρει να αφήνει χώρο στον θεατή να νιώσει και να ερμηνεύσει. Ίσως και να ταυτιστεί.










