Του Στάμου Γαλούνη

Εκείνο το παγωμένο πρωινό τού Φλεβάρη, μισό αιώνα πίσω στο χρόνο, στην μεγάλη αίθουσα του όμορφου αυτού πέτρινου σχολείου, στο Αρχοντοχώρι Ακαρνανίας–τριάντα δύο παιδάκια , μαθητές της Ε΄ δημοτικού, με αγωνία και ανησυχία περίμεναν τους υγειονομικούς από το Μεσολόγγι για να κάνουν το επώδυνο εμβόλιο της ευλογιάς.

Η τάξη είχε 34 μαθητές, αλλά οι δύο, ο Διονύσης κι ο Ταξιάρχης, το πρωί αντί για το σχολείο, ανέβηκαν και κρύφτηκαν στο βουνό, έγιναν αντάρτες για να γλυτώσουν την βατσίνα. Επέστρεψαν το βραδάκι, τους έδειραν φυσικά οι γονείς τους και την άλλη μέρα τους μαύρισε τα χέρια με την βέργα και​ ο δάσκαλος. Εκείνοι -οι αρνητές από φόβο-δεν διαμαρτυρήθηκαν, ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν. Τους είχαν φοβίσει οι μεγαλύτεροι, που είχαν κάνει την προηγούμενη χρονιά το εμβόλιο, λέγοντάς τους ότι πονάει πολύ, θα υποφέρουν, θα αρρωστήσουν για δύο εβδομάδες, θα’χουν πυρετό, θα έχουν πληγή με πύον στο μπράτσο κι άλλα διαταρακτικά και τρομερά.

Αντίθετα οι γονείς, που γνώριζαν για την φρικιαστική αρρώστια, είδαν αδέρφια, γονείς και συγχωριανούς τους να χάνονται βασανιστικά στην άβυσσο, ήξεραν και έβλεπαν τους βλογιοκομμένους , τους επιζήσαντες με τα σκαμμένα πρόσωπα τα παραμορφωμένα από τίς ουλές, έλεγαν τον εμβολιασμό, ΕΥΛΟΓΙΑΣΜΟ και τον θεωρούσαν θαύμα της επιστήμης κατάκτηση του ανθρώπινου μυαλού και δικιά τους ελπίδα. Τα μισά παιδιά κοίταζαν απ’ τα παράθυρα πέρα μακριά στην στροφή του χωματόδρομου, στον Αη Βλάση, για να δουν πότε θα’ ρθει το νοσοκομειακό και τα άλλα ανήσυχα ζεσταινόταν γύρω απ’ την αναμμένη ξυλόσομπα.

Κάθε μέρα, κάθε μαθητής μαζί με την σάκα του ήταν υποχρεωμένος να φέρνει το πρωί στο σχολείο και δύο μεγάλα ξύλα ελιάς, βελανιδιάς ή πουρναριού, απαραίτητα και αναγκαία για να ζεσταίνεται η σχολική αίθουσα.

Η ώρα περνούσε, ο καιρός χάλαγε ,το βουνό από πάνω ο Μπούμιστος ήταν ανταριασμένος, μακριά στην Ιθάκη είχε μαυρίσει ο τόπος …οπότε φωνάζει ο μικρός Βασίλης στο δάσκαλο .. Κύριε..κύριε , έξω αρχίζει και ρίχνει σκαμπανίδα( χιονόνερο)!!. φαίνεται δεν θα’ρθουν σήμερα οι γιατροί ! Θα ‘ρθουν… Θα ΄ρθουν … είπε ο δάσκαλος και τους καθησύχασε λέγοντάς τους, να μην φοβούνται, ένα απλό τσιμπιματάκι είναι, θα έχουν πανοπλία για την αρρώστια και εξάλλου σαν ορεινοί είναι σκληραγωγημένοι και γενναίοι. Έτσι κι έγινε, κατεύθασε ένα άσπρο αυτοκίνητο με μεγάλους κόκκινους σταυρούς,- σαν κλειστό μικρό πούλμαν ήταν-, βγήκαν δύο ασπροφορεμένοι άνδρες κρατώντας μεγάλα κουτιά κι ένας σοφέρ με αμπέχονο, με μια μεταλλική βαλίτσα, που φαινόταν θυμωμένος και συνεχώς μονολογούσε…

“Τι διαολοπαλιόδρομος ήταν αυτός! …παρά λίγο να τσακιστούμε!.. που βρήκαν στο βουνό κι έφτιαξαν αυτό το χωριό …πως ζουν αυτοί εδώ πάνω!!” κι άλλα για κείνον δύσκολα και πρωτόγνωρα. Στην μια άκρη τής αίθουσας ετοίμασαν γιατρός και νοσοκόμος τα μπουκαλάκια με τα εμβόλια, το καυτό νερό για να απολυμαίνονται οι δύο μεγάλες σύριγγες και στην άκρη οι βελόνες ήταν διχαλωτές.

Τα παιδάκια αγόρια και κορίτσια μπήκαν στην σειρά για την βατσίνα τους. Πρώτος επιλέχτηκε να πάει ο Σπύρος, γιατί έλεγε ότι είναι ατρόμητος αλλά είχε και λίγο κρέας επάνω του, για να ΄βρει η διχαλωτή σύριγγα όσο ιστό έπρεπε για να σκαλίσει και να αφήσει πάνω του το φάρμακο. Τα περισσότερα παιδάκια , είχαν χεράκια χωρίς ξύγκι, σαν ξερόκλαδα αμυγδαλιάς. Πού να ‘βρει ψίχα ο γιατρός! Βόγγηξε ο Σπύρος και δάκρυσε απ’ το πόνο… κι ακούστηκε συγχρόνως ένα ωχ απ’ όλα τα παιδιά της ουράς. Η Φωτεινούλα έτρεμε κι ακουγόταν ως κι ο ήχος των δοντιών της, κάποια άλλα σιγόκλαιγαν, ο Νάσος είπε στον δάσκαλο δεν είμαι καλά κύριε θα λιγοθυμήσω… κι εκείνος τον έβγαλε έξω να πάρει καθαρό αέρα να μην του μείνει στα χέρια αλλά και να τον αναθαρρήσει. Μόλις βγήκε έξω ο δάσκαλος κι η άλλη δασκάλα ήταν πιο πέρα δίπλα στην ξυλόσομπα, βρήκε το θάρρος και την ευκαιρία ο Σταύρος που ήταν κοντά στην πόρτα και σαν σίφουνας έτρεξε να φύγει για να γλυτώσει.

“Πιάστε τον Σταύρο, φεύγει!” φωνάζει η δασκάλα. Έτρεξαν ξοπίσω του δύο μεγαλύτεροι και ταχύτεροι μαθητές απ’ την διπλανή αίθουσα της ΣΤ’ τάξης, έπιασαν τον δραπέτη λίγο μετά την εκκλησία και τον έφεραν σηκωτό πίσω στον γιατρό. Νοσοκόμος, σοφέρ και τρείς δάσκαλοι κράταγαν τον έρμο τον Σταύρο πού έσκουζε και οδυρόταν, για να του κάνουν την βατσίνα. Αργά το απόγευμα με πόνους, κλάματα κι αναφιλητά τέλειωσε ο εμβολιασμός και κάθε παιδάκι με γυμνό τ’ αριστερό μπράτσο -παρά το χιονόνερο- για να μη μολυνθεί η πληγή- που έπρεπε αναγκαστικά να πληγώσει η διχαλωτή βελόνα, για να πιάσει το φάρμακο- επέστρεψε σπίτι του, για να πει στην μάνα του τον βασανισμό της μέρας του. Τίς επόμενες σχεδόν δύο εβδομάδες, όπως αναμενόταν – προκειμένου να χτιστεί η ανοσία, όλα τα παιδάκια, κάποια βαριά – αρρώστησαν…. με πόνους , υψηλούς πυρετούς, με την πυορροούσα πληγή να θέλει χρόνο να κλείσει και όλα τούτα τα οδυνηρά στο βωμό της προστασίας.

Ο μικρός Σταμούλης αρρώστησε βαρύτερα, πέρα απ’ τους πόνους, την κατάπτωση και τα ρίγη, απ’ τον τριταίο πυρετό, πάνω από 40 c°, -έφτασε και τους 41 – και είχε παραισθήσεις. Έβλεπε την φλόγα του καντηλιού στο εικονοστάσι σαν τεράστια πυρκαγιά που ερχόταν κατά πάνω του και φώναζε. Ούρλιαζε…

“Μάνα σβήσε την φωτιά! Μάνα θα καώ..!!! Κι η μάνα γονατιστή δίπλα στο βλαστάρι της, κρατούσε με το ένα χέρι μια βρεγμένη πετσέτα στο μέτωπό του, το άλλο χάιδευε τα μαλλιά του, τον γλυκοφιλούσε και του έλεγε σαν προσευχή “θα πάρω εγώ τον πυρετό σου γιέ μου και θα σβήσω αμέσως την φωτιά.” Ένα άλλο βράδυ πάλι σε παραισθήσεις πυρετού, έβλεπε από την στέγη, σαν σταλακτίτες να κρέμονται πάγοι κοφτεροί, έτοιμοι να σπάσουν και να πέσουν πάνω του κι εκείνος να κλαίει και να φωνάζει “Μάνα.. φύλαξε με απ’ τα παγωμένα σπαθιά! Μάνα… άμα πέσουν θα με πετύχουν στην καρδιά!” Κι εκείνη με χέρια και ψυχή να τρέμουν από φόβο κι αγωνία του γλυκοψιθύριζε… “Μην φοβάσαι αγοράκι μου, εγώ είμαι εδώ! Εγώ είμαι εδώ!” Τελικά έγιαναν όλα τα παιδιά, πέρασαν οι παρενέργειες, η ευλογιά δεν ξαναφάνηκε κι η ζωή πήρε το δρόμο της. Έμεινε όμως στο αριστερό μπράτσο του ωριμασμένου πια παιδιού, σαν παράσημο η βατσίνα, ένα ολοστρόγγυλο δίφραγκο, ένα σημάδι, μια σφραγίδα νίκης με ένα μήνυμα

΄΄ Ο άνθρωπος θα σκεφτεί και δεν θα χαθεί΄΄

ΥΓ.1. Πέρασε μισός αιώνας, εκατοντάδες άνθρωποι καθημερινά χωρίς αναπνοές περνούν την γραμμή του αιώνιου αναπάντητου. Και μείς πάλι στην ουρά εμβολιασμού, όχι σέ σχολική αίθουσα αλλά σε αρένα, στην δε κερκίδα μαινόμενοι αντιεμβολιαστές, θεολόγοι ταλιμπάν της επιστήμης, αντάρτες, αρνητές ,συνωμοσιολόγοι, λιβανιστές εξουσιών και συμφεροντολόγοι, αλλά και φοβισμένοι σκεπτικιστές όπως και μετριοπαθείς υπηρέτες της ιατρικής , μάχονται χωρίς ακόμα όμως να έχουν ομονοήσει και να μην ορίζεται έτσι το άριστο επιθυμητό μέτρο, της νέας βατσίνας στο δεξί. Στις μυλόπετρες των καιρών, σήμερα κάνεις της ζωής την ζωγραφιά και την άλλη μέρα αλλάζει φορεσιά.

*βατσίνα θηλυκό

  • το κυκλικό σημάδι που αφήνει στο χέρι (ή στο πόδι) το εμβόλιο της εβλογιάς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.